Definition
▶
ψυχολογία
psychología
Η ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετά τη σκέψη, τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα των ανθρώπων.
A psicologia é a ciência que estuda o pensamento, o comportamento e as emoções das pessoas.
▶
Η ψυχολογία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις σχέσεις μας.
A psicologia pode nos ajudar a entender melhor nossos relacionamentos.
▶
Στο πανεπιστήμιο, σπουδάζω ψυχολογία για να γίνω ψυχολόγος.
Na universidade, estou estudando psicologia para me tornar psicólogo.
▶
Η ψυχολογία των χρωμάτων έχει μεγάλη επίδραση στη διάθεση των ανθρώπων.
A psicologia das cores tem grande influência no humor das pessoas.