Definition
▶
λίγο
lígo
Ο όρος 'λίγο' αναφέρεται σε μια μικρή ποσότητα ή σε κάτι που δεν είναι πολύ.
O termo 'lígo' refere-se a uma pequena quantidade ou a algo que não é muito.
▶
Θέλω μόνο λίγο νερό.
Eu só quero um pouco de água.
▶
Έχω λίγο χρόνο για να μιλήσω.
Eu tenho pouco tempo para falar.
▶
Μου άρεσε λίγο αυτό το τραγούδι.
Eu gostei um pouco dessa música.