Definition
▶
ουσία
ousía
Η ουσία είναι το υλικό ή η βάση πάνω στην οποία βασίζεται κάτι, δηλαδή το κύριο στοιχείο που καθορίζει την ταυτότητα ή τη φύση ενός αντικειμένου.
A substância é o material ou a base sobre a qual algo se fundamenta, ou seja, o elemento principal que define a identidade ou a natureza de um objeto.
▶
Η χημική ουσία που χρησιμοποιείται σε αυτή τη διαδικασία είναι επικίνδυνη.
A substância química usada neste processo é perigosa.
▶
Η ουσία της τέχνης είναι η έκφραση των συναισθημάτων.
A substância da arte é a expressão das emoções.
▶
Στο εργαστήριο, μελετάμε την ουσία των διαφορετικών υλικών.
No laboratório, estudamos a substância dos diferentes materiais.