Definition
▶
ήσυχος
isychos
Ο όρος 'ήσυχος' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που είναι ήρεμος, χωρίς θόρυβο ή αναστάτωση.
O termo 'quieto' refere-se a alguém ou algo que é calmo, sem barulho ou agitação.
▶
Η βιβλιοθήκη είναι ήσυχη, ιδανική για διάβασμα.
A biblioteca é quieta, ideal para ler.
▶
Αυτή η περιοχή είναι ήσυχη, μακριά από τον θόρυβο της πόλης.
Esta área é quieta, longe do barulho da cidade.
▶
Προτιμώ να είμαι ήσυχος όταν εργάζομαι.
Prefiro estar quieto quando trabalho.