Definition
▶
επιρροή
epirroi
Η επιρροή αναφέρεται στην ικανότητα να επηρεάζει κάποιος τις σκέψεις, τις αποφάσεις ή τις πράξεις άλλων ατόμων.
A influência refere-se à capacidade de alguém afetar os pensamentos, decisões ou ações de outras pessoas.
▶
Η επιρροή των κοινωνικών μέσων είναι πολύ ισχυρή σήμερα.
A influência das redes sociais é muito forte hoje.
▶
Η γνώμη του καθηγητή είχε μεγάλη επιρροή στην απόφαση του φοιτητή.
A opinião do professor teve grande influência na decisão do estudante.
▶
Η οικογένεια παίζει σημαντικό ρόλο στην επιρροή που ασκεί ένα άτομο.
A família desempenha um papel importante na influência que uma pessoa exerce.