Definition
▶
κατακλυσμός
kataklysmós
Κατακλυσμός είναι η έντονη και συνήθως καταστροφική πλημμύρα που προκαλείται από υπερβολικές βροχοπτώσεις ή την υπερχείλιση ποταμών.
Inundação é a intensa e geralmente destrutiva cheia de água causada por chuvas excessivas ou transbordamento de rios.
▶
Ο κατακλυσμός που σημειώθηκε την περασμένη εβδομάδα είχε σοβαρές συνέπειες για την πόλη.
A inundação que ocorreu na semana passada teve sérias consequências para a cidade.
▶
Μετά τον κατακλυσμό, οι αρχές εργάστηκαν σκληρά για να αποκαταστήσουν τις ζημιές.
Após a inundação, as autoridades trabalharam duro para restaurar os danos.
▶
Οι κάτοικοι προετοιμάστηκαν για έναν πιθανό κατακλυσμό, καθώς οι καιρικές προβλέψεις ήταν ανησυχητικές.
Os moradores se prepararam para uma possível inundação, pois as previsões do tempo eram preocupantes.