Definition
▶
βαθύτερος
vathiteros
Ο βαθύτερος είναι αυτός που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια ή που δεν είναι άμεσα ορατός.
O subjacente é aquele que está abaixo da superfície ou que não é imediatamente visível.
▶
Η βαθύτερη αιτία του προβλήματος είναι οικονομική.
A causa subjacente do problema é econômica.
▶
Πρέπει να εξετάσουμε τους βαθύτερους λόγους για την απόφαση αυτή.
Precisamos examinar os motivos subjacentes para essa decisão.
▶
Η βαθύτερη έννοια του κειμένου απαιτεί προσεκτική ανάλυση.
A interpretação subjacente do texto exige uma análise cuidadosa.