Definition
▶
καθολικός
katholikós
Ο όρος 'καθολικός' αναφέρεται σε κάποιον που ανήκει στην Καθολική Εκκλησία ή στις πεποιθήσεις της.
O termo 'católico' refere-se a alguém que pertence à Igreja Católica ou às suas crenças.
▶
Ο Γιάννης είναι καθολικός και πηγαίνει στην εκκλησία κάθε Κυριακή.
João é católico e vai à igreja todo domingo.
▶
Η καθολική κοινότητα στην πόλη μας είναι πολύ ενεργή.
A comunidade católica na nossa cidade é muito ativa.
▶
Ο παπάς της καθολικής εκκλησίας μίλησε για την αγάπη και την κατανόηση.
O padre da igreja católica falou sobre o amor e a compreensão.