Definition
▶
θεραπεία
therapeía
Η θεραπεία είναι η διαδικασία που χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση της υγείας ενός ατόμου.
A terapia é o processo utilizado para restaurar a saúde de uma pessoa.
▶
Η θεραπεία του ασθενούς περιλάμβανε φάρμακα και φυσιοθεραπεία.
O tratamento do paciente incluía medicamentos e fisioterapia.
▶
Μετά από μήνες θεραπείας, η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε.
Após meses de tratamento, a condição de saúde dele melhorou.
▶
Η σωστή θεραπεία είναι σημαντική για την ανάρρωση.
O tratamento correto é importante para a recuperação.