Definition
▶
ματαιότητα
mataiótita
Η ματαιότητα είναι η υπερβολική ενασχόληση με την εξωτερική εμφάνιση ή την επιτυχία, που συνήθως οδηγεί σε απογοήτευση και κενότητα.
A vaidade é a preocupação excessiva com a aparência externa ou o sucesso, que geralmente leva à decepção e ao vazio.
▶
Η ματαιότητα του να επιδιώκουμε την τέλεια εικόνα μας μας απομακρύνει από τα αληθινά μας συναισθήματα.
A vaidade de buscarmos a imagem perfeita nos afasta de nossos verdadeiros sentimentos.
▶
Ο κόσμος της μόδας συχνά προάγει τη ματαιότητα με την ενασχόληση με επιφανειακές αξίες.
O mundo da moda muitas vezes promove a vaidade ao se preocupar com valores superficiais.
▶
Η ματαιότητα μπορεί να μας οδηγήσει σε ενέργειες που δεν αντικατοπτρίζουν την αληθινή μας προσωπικότητα.
A vaidade pode nos levar a ações que não refletem nossa verdadeira personalidade.