Definition
▶
ευφάνταστος
efántastos
Ένας άνθρωπος που έχει πλούσια φαντασία και δημιουργικές ιδέες.
Uma pessoa que possui uma imaginação rica e ideias criativas.
▶
Ο Γιάννης είναι ευφάνταστος και πάντα βρίσκει νέους τρόπους να λύνει προβλήματα.
João é imaginativo e sempre encontra novas maneiras de resolver problemas.
▶
Η ευφάνταστη ιστορία της μικρής Μαρίνας ενθουσίασε όλους τους συμμαθητές της.
A história imaginativa da pequena Marina entusiasmou todos os seus colegas.
▶
Η ευφάνταστη τέχνη του καλλιτέχνη αποτυπώνει την αληθινή του προσωπικότητα.
A arte imaginativa do artista reflete sua verdadeira personalidade.