Definition
▶
και
kai
Η λέξη 'και' χρησιμοποιείται για να συνδέσει δύο ή περισσότερες λέξεις, φράσεις ή προτάσεις.
Слово 'и' используется для соединения двух или более слов, фраз или предложений.
▶
Θα πάω στο κατάστημα και θα αγοράσω ψωμί.
Я пойду в магазин и куплю хлеб.
▶
Αυτή η ταινία είναι ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική.
Этот фильм интересный и развлекательный.
▶
Μου αρέσουν οι γάτες και οι σκύλοι.
Мне нравятся кошки и собаки.