Definition
▶
παράκαμψη
parakampsi
Η παράκαμψη είναι η διαδικασία αποφυγής ενός εμποδίου ή μιας δύσκολης κατάστασης μέσω εναλλακτικής διαδρομής ή μεθόδου.
Обход — это процесс избежания препятствия или сложной ситуации с помощью альтернативного пути или метода.
▶
Η παράκαμψη της κυκλοφορίας μας έσωσε πολύ χρόνο.
Обход пробки сэкономил нам много времени.
▶
Χρειάστηκε να βρούμε μια παράκαμψη για να φτάσουμε γρηγορότερα.
Нам пришлось найти обходной путь, чтобы добраться быстрее.
▶
Η παράκαμψη των κανονισμών μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Обход правил может иметь серьезные последствия.