Definition
▶
ανατροπή
anatropí
Η ανατροπή είναι η πράξη της απομάκρυνσης ή της αντικατάστασης μιας κυβέρνησης ή ενός καθεστώτος.
Переворот — это действие по свержению или замене правительства или режима.
▶
Η ανατροπή της κυβέρνησης έγινε μετά από μήνες διαμαρτυριών.
Переворот правительства произошел после месяцев протестов.
▶
Πολλές χώρες έχουν βιώσει ανατροπές στην ιστορία τους.
Многие страны испытали перевороты в своей истории.
▶
Η ανατροπή του καθεστώτος ήταν αποτέλεσμα της λαϊκής αντίστασης.
Свержение режима было результатом народного сопротивления.