Definition
▶
ανανέωση
ananéosi
Ανανέωση είναι η διαδικασία ή η πράξη της ανανέωσης ή της αποκατάστασης κάποιου πράγματος στην αρχική του κατάσταση.
Обновление — это процесс или действие восстановления чего-либо в его первоначальное состояние.
▶
Η ανανέωση της συνδρομής μου στο περιοδικό ήταν απαραίτητη.
Обновление моей подписки на журнал было необходимо.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την ανανέωση των συμβάσεων εργασίας.
Правительство объявило об обновлении трудовых контрактов.
▶
Η ανανέωση του λογισμικού βελτίωσε την απόδοση του υπολογιστή.
Обновление программного обеспечения улучшило производительность компьютера.