Definition
▶
χάπια
chápia
Τα χάπια είναι φαρμακευτικά σκευάσματα που λαμβάνονται από το στόμα για τη θεραπεία διάφορων παθήσεων.
Таблетки – это лекарственные препараты, которые принимаются перорально для лечения различных заболеваний.
▶
Ο γιατρός μου έδωσε χάπια για το κρυολόγημα.
Врач дал мне таблетки от простуды.
▶
Πρέπει να παίρνω τα χάπια μου κάθε πρωί.
Мне нужно принимать свои таблетки каждое утро.
▶
Τα χάπια αυτά είναι αποτελεσματικά κατά της αλλεργίας.
Эти таблетки эффективны против аллергии.