Definition
▶
αύριο
ávrio
Η λέξη "αύριο" αναφέρεται στην ημέρα που ακολουθεί την τρέχουσα ημέρα.
Слово "αύριο" относится к дню, который следует за текущим днем.
▶
Αύριο θα πάω στο σχολείο.
Завтра я пойду в школу.
▶
Ελπίζω ότι αύριο θα έχει καλό καιρό.
Надеюсь, что завтра будет хорошая погода.
▶
Αύριο έχουμε ραντεβού με τον γιατρό.
Завтра у нас встреча с врачом.