Definition
▶
ευκαιρία
efkairía
Η ευκαιρία είναι μια στιγμή ή κατάσταση που προσφέρει δυνατότητα ή προοπτική για κάτι θετικό.
Возможность — это момент или ситуация, которая предоставляет шанс или перспективу для чего-то положительного.
▶
Η ευκαιρία να ταξιδέψω στο εξωτερικό ήταν μοναδική.
Возможность поехать за границу была уникальной.
▶
Είχα την ευκαιρία να μάθω μια νέα γλώσσα.
У меня была возможность выучить новый язык.
▶
Αυτή η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί.
Эту возможность нельзя упустить.