Definition
▶
επιτυχία
epitichía
Η επιτυχία είναι η επίτευξη ενός στόχου ή η ικανοποίηση από τα αποτελέσματα μιας προσπάθειας.
Успех — это достижение цели или удовлетворение от результатов усилий.
▶
Η επιτυχία του έργου μας ήταν απροσδόκητη.
Успех нашего проекта был неожиданным.
▶
Χρειάστηκαν πολλές ώρες μελέτης για να πετύχει την επιτυχία στις εξετάσεις.
Понадобилось много часов учебы, чтобы добиться успеха на экзаменах.
▶
Η επιτυχία απαιτεί σκληρή δουλειά και αφοσίωση.
Успех требует упорного труда и преданности.