Definition
▶
κατασκευή
kataskeví
Η κατασκευή είναι η διαδικασία δημιουργίας ή ανέγερσης ενός κτιρίου ή μιας δομής.
Строительство — это процесс создания или возведения здания или конструкции.
▶
Η κατασκευή του νέου σχολείου ολοκληρώθηκε νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Строительство новой школы завершилось раньше, чем ожидалось.
▶
Η κατασκευή δρόμων είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της περιοχής.
Строительство дорог необходимо для развития района.
▶
Η κατασκευή αυτού του γηπέδου έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις στην κοινότητα.
Строительство этого стадиона вызвало много реакций в сообществе.