Definition
▶
μόνιμα
mónima
Η λέξη 'μόνιμα' σημαίνει κάτι που διαρκεί για πάντα, χωρίς να αλλάξει ή να τερματιστεί.
Слово 'μόνιμα' означает что-то, что длится вечно, без изменения или завершения.
▶
Αυτή η απόφαση θα επηρεάσει τη ζωή μας μόνημα.
Это решение повлияет на нашу жизнь навсегда.
▶
Πρέπει να βρούμε μια λύση που να είναι μόνημα βιώσιμη.
Мы должны найти решение, которое будет жизнеспособным навсегда.
▶
Η αγάπη τους παρέμεινε μόνημα δυνατή παρόλες τις δυσκολίες.
Их любовь осталась навсегда сильной, несмотря на все трудности.