Definition
▶
εξερεύνηση
exerevnísi
Η εξερεύνηση είναι η διαδικασία ανακάλυψης και κατανόησης άγνωστων περιοχών ή θεμάτων.
Исследование — это процесс открытия и понимания неизвестных областей или тем.
▶
Η εξερεύνηση του διαστήματος έχει φέρει πολλές νέες ανακαλύψεις.
Исследование космоса привело к многим новым открытиям.
▶
Η εξερεύνηση των ωκεανών είναι σημαντική για την κατανόηση της θαλάσσιας ζωής.
Исследование океанов важно для понимания морской жизни.
▶
Αυτή η εξερεύνηση μας βοηθά να μάθουμε περισσότερα για την αρχαία ιστορία.
Это исследование помогает нам узнать больше о древней истории.