Definition
▶
αποκλειστικότητα
apokleistikótita
Η αποκλειστικότητα αναφέρεται στην κατάσταση ή την ποιότητα του να είναι κάτι ή κάποιος μοναδικός ή ειδικός, που δεν είναι διαθέσιμος σε άλλους.
Эксклюзивность относится к состоянию или качеству быть чем-то или кем-то уникальным или особенным, недоступным для других.
▶
Η αποκλειστικότητα του προϊόντος το καθιστά πιο επιθυμητό στους καταναλωτές.
Эксклюзивность продукта делает его более желанным для потребителей.
▶
Η εταιρεία ανακοίνωσε την αποκλειστικότητα της συνεργασίας με τον διάσημο σχεδιαστή.
Компания объявила об эксклюзивности сотрудничества с известным дизайнером.
▶
Η αποκλειστικότητα της πρόσβασης σε αυτό το γεγονός είναι περιορισμένη.
Эксклюзивность доступа к этому событию ограничена.