Definition
▶
προτεραιότητα
proteraiótita
Η προτεραιότητα είναι η σημασία ή η αξία που αποδίδουμε σε κάτι σε σχέση με άλλα πράγματα.
Приоритет — это важность или ценность, которую мы придаем чему-то по сравнению с другими вещами.
▶
Η προτεραιότητα στην εργασία μας είναι να ολοκληρώσουμε τα σημαντικά έργα πρώτα.
Приоритет на нашей работе — сначала завершить важные проекты.
▶
Η υγεία πρέπει να είναι η προτεραιότητά μας σε δύσκολες στιγμές.
Здоровье должно быть нашим приоритетом в трудные времена.
▶
Η κυβέρνηση έθεσε την εκπαίδευση ως προτεραιότητα για την ανάπτυξη της χώρας.
Правительство поставило образование в приоритет для развития страны.