Definition
▶
κακός
kakos
Ο κακός είναι αυτός που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα ή κακές συνέπειες.
Плохой — это тот, кто вызывает отрицательные чувства или плохие последствия.
▶
Αυτό το φαγητό είναι κακός για την υγεία.
Эта еда плохая для здоровья.
▶
Ο κακός καιρός μας κράτησε μέσα όλη τη μέρα.
Плохая погода удерживала нас дома весь день.
▶
Η κακή συμπεριφορά του παιδιού ανησυχεί τους γονείς του.
Плохое поведение ребенка беспокоит его родителей.