Definition
▶
λυπημένος
lypimenos
Ο λυπημένος είναι αυτός που νιώθει θλίψη ή στενοχώρια.
Печальный — это тот, кто чувствует грусть или печаль.
▶
Ο Γιώργος είναι λυπημένος γιατί έχασε τον αγαπημένο του σκύλο.
Георгий печален, потому что потерял свою любимую собаку.
▶
Η ταινία ήταν τόσο λυπημένη που έκλαψα στο τέλος.
Фильм был настолько печальным, что я плакал в конце.
▶
Ακόμα και όταν είναι λυπημένος, προσπαθεί να χαμογελάσει.
Даже когда он печален, он пытается улыбаться.