Definition
▶
συμπαθώ
sympatho
Η λέξη 'συμπαθώ' σημαίνει ότι έχεις θετικά συναισθήματα ή αίσθηση εκτίμησης για κάποιον ή κάτι.
Слово 'συμπαθώ' означает, что у вас есть положительные чувства или чувство признательности к кому-то или чему-то.
▶
Συμπαθώ πολύ το σκύλο μου.
Мне очень нравится моя собака.
▶
Πάντα συμπαθούσα αυτή τη γειτόνισσα.
Я всегда любил эту соседку.
▶
Συμπαθώ τα καλοκαίρια στην παραλία.
Мне нравятся летние дни на пляже.