Definition
▶
πατέρας
Ο πατέρας είναι ο άνδρας που έχει παιδιά και είναι υπεύθυνος για την ανατροφή τους.
The father is the man who has children and is responsible for their upbringing.
▶
Ο πατέρας μου είναι πολύ υποστηρικτικός.
My father is very supportive.
▶
Ο πατέρας της είναι δάσκαλος στο σχολείο.
Her father is a teacher at the school.
▶
Σήμερα είναι τα γενέθλια του πατέρα μου.
Today is my father's birthday.