Definition
▶
αδελφός
adelfós
Ο αδελφός είναι το αρσενικό παιδί που έχεις από τους γονείς σου ή από άλλους συγγενείς.
A brother is the male child that you have from your parents or other relatives.
▶
Ο αδελφός μου είναι πολύ καλός στο ποδόσφαιρο.
My brother is very good at soccer.
▶
Πήγα με τον αδελφό μου στο σινεμά χθες.
I went to the cinema with my brother yesterday.
▶
Ο μεγαλύτερος αδελφός μου έχει μια νέα δουλειά.
My older brother has a new job.