Definition
▶
περπατώ
perpató
Η διαδικασία της κίνησης με τα πόδια από ένα σημείο σε άλλο.
The process of moving on foot from one point to another.
▶
Κάθε πρωί περπατώ στο πάρκο για να ξεκινήσω τη μέρα μου.
Every morning I walk in the park to start my day.
▶
Μου αρέσει να περπατώ στην παραλία όταν ο καιρός είναι καλός.
I enjoy walking on the beach when the weather is nice.
▶
Αύριο θα περπατώ μέχρι το σπίτι της φίλης μου.
Tomorrow I will walk to my friend's house.