Definition
▶
χρειάζομαι
chreiazomai
Η λέξη 'χρειάζομαι' αναφέρεται στην ανάγκη ή την απαίτηση κάποιου για κάτι.
The word 'χρειάζομαι' refers to the need or requirement of someone for something.
▶
Χρειάζομαι βοήθεια με τα μαθήματά μου.
I need help with my studies.
▶
Αυτή τη στιγμή χρειάζομαι λίγο χρόνο για να σκεφτώ.
Right now, I need some time to think.
▶
Μου χρειάζεται ένα νέο τηλέφωνο γιατί το παλιό μου έχει χαλάσει.
I need a new phone because my old one is broken.