Definition
▶
προσανατολισμός
Η διαδικασία ή η κατάσταση του να προσανατολίζεται κανείς σε ένα χώρο ή σε μια κατάσταση.
The process or state of orienting oneself in a space or situation.
▶
Ο προσανατολισμός στο νέο σχολείο ήταν δύσκολος για τον Γιάννη.
The orientation at the new school was difficult for Giannis.
▶
Η αναγνώριση των σημείων αναφοράς βοήθησε τον προσανατολισμό μου στην πόλη.
Recognizing landmarks helped my orientation in the city.
▶
Χρειαζόμαστε προσανατολισμό για να βρούμε το σωστό δρόμο στο βουνό.
We need orientation to find the right path in the mountain.