Definition
▶
πάμε
Η λέξη "πάμε" χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την πρόθεση ή την πρόσκληση να ξεκινήσει κάποιος μια δραστηριότητα ή να μεταβεί σε ένα άλλο μέρος.
The word "πάμε" is used to indicate the intention or invitation to start an activity or to move to another place.
▶
Πάμε στην παραλία για μπάνιο;
Shall we go to the beach for a swim?
▶
Αργούμε, πάμε γρήγορα!
We're late, let's go quickly!
▶
Πάμε να φάμε κάτι πριν την ταινία.
Let's go eat something before the movie.