Definition
▶
αλλά
Η λέξη 'αλλά' χρησιμοποιείται για να δηλώσει αντίθεση ή διαφορά μεταξύ δύο προτάσεων ή ιδεών.
The word 'αλλά' is used to indicate contrast or difference between two sentences or ideas.
▶
Θέλω να πάω στο πάρκο, αλλά βρέχει.
I want to go to the park, but it's raining.
▶
Είναι ακριβό, αλλά αξίζει τον κόπο.
It's expensive, but it's worth it.
▶
Δούλεψα σκληρά, αλλά δεν πήρα προαγωγή.
I worked hard, but I didn't get promoted.