Definition
▶
ξέρω
Η λέξη 'ξέρω' σημαίνει την ικανότητα να κατανοείς ή να έχεις γνώση για κάτι.
The word 'ξέρω' means the ability to understand or have knowledge about something.
▶
Ξέρω πώς να μαγειρεύω pasta.
I know how to cook pasta.
▶
Ξέρω ότι ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή.
I know that the sun rises in the east.
▶
Ξέρω πολλά για την ιστορία της Ελλάδας.
I know a lot about the history of Greece.