Definition
▶
καθιστικό
Ο χώρος του σπιτιού όπου συνήθως οι άνθρωποι συγκεντρώνονται για να χαλαρώσουν και να κοινωνήσουν.
The space in a house where people usually gather to relax and socialize.
▶
Το καθιστικό μας είναι πολύ φωτεινό και άνετο.
Our living room is very bright and comfortable.
▶
Στο καθιστικό βλέπουμε συνήθως τηλεόραση όλοι μαζί.
In the living room, we usually watch TV together.
▶
Έχουμε βάλει έναν καναπέ και μια τηλεόραση στο καθιστικό.
We have put a sofa and a TV in the living room.