Definition
▶
οραματίζομαι
Οραματίζομαι σημαίνει να φαντάζομαι ή να δημιουργώ μια εικόνα στο μυαλό μου σχετικά με κάτι.
To visualize means to imagine or create a mental image of something.
▶
Όταν κλείνω τα μάτια μου, οραματίζομαι τις διακοπές μου στην παραλία.
When I close my eyes, I visualize my vacation at the beach.
▶
Ο δάσκαλος μας ζήτησε να οραματιστούμε το μέλλον μας.
The teacher asked us to visualize our future.
▶
Ο καλλιτέχνης οραματίζεται την τέχνη του πριν την δημιουργήσει.
The artist visualizes his art before creating it.