Definition
▶
διαφορετικός
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που δεν είναι το ίδιο με κάτι άλλο, δηλαδή έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες.
The term 'different' refers to something that is not the same as something else, meaning it has distinct characteristics or properties.
▶
Αυτές οι δύο εικόνες είναι πολύ διαφορετικές.
These two pictures are very different.
▶
Ο Γιάννης και η Μαρία έχουν διαφορετικά χόμπι.
John and Maria have different hobbies.
▶
Η γνώμη του είναι διαφορετική από τη δική μου.
His opinion is different from mine.