Definition
▶
συγκίνηση
Η συγκίνηση είναι μια συναισθηματική κατάσταση που προκαλεί έντονα συναισθήματα, όπως χαρά, λύπη ή ενθουσιασμό.
Emotion is an emotional state that evokes intense feelings, such as joy, sadness, or excitement.
▶
Η συγκίνηση που ένιωσα κατά την απονομή του βραβείου ήταν ανεκτίμητη.
The emotion I felt during the award ceremony was priceless.
▶
Η συγκίνηση της ταινίας με έκανε να κλάψω.
The emotion of the movie made me cry.
▶
Η συγκίνηση των παιδιών όταν είδαν τον πατέρα τους να επιστρέφει ήταν μεγάλη.
The emotion of the children when they saw their father return was great.