Definition
▶
ανατροπή
Ανατροπή είναι η διαδικασία κατά την οποία ανατρέπεται μια εξουσία ή μια κατάσταση.
Overthrow is the process by which a power or a situation is overturned.
▶
Η ανατροπή της κυβέρνησης προκάλεσε πολιτική αναταραχή.
The overthrow of the government caused political turmoil.
▶
Η επανάσταση οδήγησε στην ανατροπή του παλαιού καθεστώτος.
The revolution led to the overthrow of the old regime.
▶
Η ανατροπή του δικτάτορα ήταν αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων του λαού.
The overthrow of the dictator was the result of the people's mobilizations.