Definition
▶
καλός
Ο καλός είναι αυτός που έχει θετική ποιότητα ή αξία.
Good refers to someone or something that has positive quality or value.
▶
Ο Γιάννης είναι καλός φίλος.
John is a good friend.
▶
Αυτή η ταινία ήταν πολύ καλή.
This movie was very good.
▶
Έχω καλές ειδήσεις να μοιραστώ μαζί σας.
I have good news to share with you.