Definition
▶
παραλία
Η παραλία είναι μια έκταση γης κοντά στη θάλασσα, συνήθως με άμμο ή βότσαλα, όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν για να κολυμπήσουν και να χαλαρώσουν.
The beach is an area of land near the sea, usually with sand or pebbles, where people go to swim and relax.
▶
Το καλοκαίρι, πηγαίνουμε συχνά στην παραλία για να κολυμπήσουμε.
In the summer, we often go to the beach to swim.
▶
Η παραλία ήταν γεμάτη κόσμο και μουσική.
The beach was full of people and music.
▶
Αγαπώ να περπατώ κατά μήκος της παραλίας το ηλιοβασίλεμα.
I love walking along the beach at sunset.