Definition
▶
προσωρινός
Ο προσωρινός είναι κάτι που δεν διαρκεί για πολύ καιρό και είναι μεταβατικό.
Temporary refers to something that does not last for a long time and is transitional.
▶
Η δουλειά που βρήκα είναι προσωρινή.
The job I found is temporary.
▶
Αυτή η συμφωνία είναι προσωρινή και θα επανεξεταστεί στο μέλλον.
This agreement is temporary and will be reviewed in the future.
▶
Χρειάζομαι έναν προσωρινό χώρο για να μείνω μέχρι να βρω σπίτι.
I need a temporary place to stay until I find a house.