Definition
▶
διαχρονικός
diachronikós
Ο όρος 'διαχρονικός' αναφέρεται σε κάτι που διαρκεί ή είναι επίκαιρο πέρα από το χρόνο, δηλαδή είναι πάντα σχετικό και σημαντικό.
The term 'timeless' refers to something that lasts or is relevant beyond time, meaning it is always pertinent and significant.
▶
Η μουσική του Μπαχ είναι διαχρονική και αγγίζει όλες τις γενιές.
Bach's music is timeless and touches all generations.
▶
Το έργο τέχνης αυτό είναι διαχρονικό και θα παραμείνει αξέχαστο.
This piece of art is timeless and will remain unforgettable.
▶
Η σοφία των παλιών παραμυθιών είναι διαχρονική και έχει διδάξει πολλές γενιές.
The wisdom of old tales is timeless and has taught many generations.