Definition
▶
δημιουργικός
Ο όρος 'δημιουργικός' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που έχει την ικανότητα να παράγει νέες ιδέες, έργα ή λύσεις με καινοτόμο τρόπο.
The term 'creative' refers to someone or something that has the ability to produce new ideas, works, or solutions in an innovative way.
▶
Ο Γιώργος είναι πολύ δημιουργικός καλλιτέχνης που πάντα βρίσκει νέες τεχνικές.
George is a very creative artist who always finds new techniques.
▶
Η ομάδα μας χρειάζεται έναν δημιουργικό σχεδιαστή για το νέο μας έργο.
Our team needs a creative designer for our new project.
▶
Η δημιουργική σκέψη είναι το κλειδί για την επίλυση προβλημάτων.
Creative thinking is the key to problem-solving.