Definition
▶
ιδιαιτερότητα
Η ιδιαιτερότητα είναι το χαρακτηριστικό που διακρίνει κάτι από τα άλλα, το οποίο τονίζει τη μοναδικότητά του.
Peculiarity is the characteristic that distinguishes something from others, emphasizing its uniqueness.
▶
Η ιδιαιτερότητα του έργου του καλλιτέχνη τον έκανε διάσημο.
The peculiarity of the artist's work made him famous.
▶
Η ιδιαιτερότητα της γλώσσας μας είναι οι πολλές διάλεκτοι.
The peculiarity of our language is the many dialects.
▶
Αυτή η περιοχή έχει μια ιδιαιτερότητα που την καθιστά τουριστικό προορισμό.
This area has a peculiarity that makes it a tourist destination.