Definition
▶
συμβαίνει
symvaínei
Η λέξη 'συμβαίνει' αναφέρεται στο γεγονός ότι κάτι συμβαίνει ή εκδηλώνεται.
The word 'συμβαίνει' refers to the fact that something happens or occurs.
▶
Σήμερα συμβαίνει μια μεγάλη εκδήλωση στην πόλη.
Today a big event is happening in the city.
▶
Όταν βρέχει, συμβαίνει συχνά να κλείνουν τα σχολεία.
When it rains, it often happens that schools close.
▶
Στη ζωή, συμβαίνουν πολλές απρόβλεπτες καταστάσεις.
In life, many unpredictable situations happen.