Definition
▶
παραδοσιακός
paradosiakós
Ο παραδοσιακός είναι αυτός που σχετίζεται με τις συνήθειες και τις αξίες ενός πολιτισμού ή μιας κοινότητας που διατηρούνται από γενιά σε γενιά.
The term 'traditional' refers to something that is related to the customs and values of a culture or community that are passed down from generation to generation.
▶
Στην γιορτή μας, σερβίραμε παραδοσιακό φαγητό από την περιοχή μας.
At our celebration, we served traditional food from our region.
▶
Ο παραδοσιακός χορός της Κρήτης είναι πολύ δημοφιλής.
The traditional dance of Crete is very popular.
▶
Η οικογένειά μου ακολουθεί παραδοσιακές συνήθειες κατά τις γιορτές.
My family follows traditional customs during the holidays.