Definition
▶
ντροπή
ntropí
Η ντροπή είναι το συναίσθημα της αμηχανίας ή της απογοήτευσης που προκαλείται από μια πράξη ή κατάσταση που θεωρείται κοινωνικά απαράδεκτη.
Shame is the feeling of embarrassment or disappointment caused by an act or situation considered socially unacceptable.
▶
Ένιωσα ντροπή όταν έκανα λάθος μπροστά σε όλους.
I felt shame when I made a mistake in front of everyone.
▶
Η ντροπή τον έκανε να αποφύγει την επαφή με τα μάτια.
The shame made him avoid eye contact.
▶
Η ντροπή είναι φυσιολογική αντίδραση όταν κάνουμε κάτι που δεν είναι σωστό.
Shame is a normal reaction when we do something that is not right.