Definition
▶
παράξενος
paráxenos
Ο όρος 'παράξενος' αναφέρεται σε κάτι που είναι ασυνήθιστο ή περίεργο, το οποίο ξεφεύγει από το συνηθισμένο.
The term 'strange' refers to something that is unusual or odd, which deviates from the norm.
▶
Αυτό το σπίτι έχει μια παράξενη αρχιτεκτονική.
This house has a strange architecture.
▶
Ο φίλος μου είπε μια παράξενη ιστορία χθες.
My friend told a strange story yesterday.
▶
Η συμπεριφορά του ήταν παράξενη κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
His behavior was strange during the meeting.